τεντώνω


τεντώνω
Ν [τέντα]
1. τείνω, διατείνω, τανύω («τεντώνω το σχοινί»)
2. εκτείνω κάτι απλώνω, τσιτώνω («τεντώνω το πανί»)
3. (σχετικά με πόρτα ή παράθυρο) ανοίγω διάπλατα
4. (αμτβ.) (στον Ερωτόκρ.) κατασκηνώνω («τεντώνει απόξω στα τειχιά, τη χώρα φοβερίζει»)
5. μέσ. τεντώνομαι
α) τανιέμαι, ανακλαδίζομαι («τεντώθηκε στο κρεβάτι»)
β) μτφ. επιδεικνύω μεγάλη αυταρέσκεια, κορδώνομαι, καμαρώνω («τεντώνεται σαν κόκορας»)
6. (η μτχ. παθ. παρακμ. ως επίθ.) τεντωμένος, -η, -ο
(κυρίως στη φρ.) «έχει τεντωμένα νεύρα» — είναι πολύ οργισμένος ή πολύ ευερέθιστος
7. φρ. α) «μην τεντώνεις το σχοινί» — μην ωθείς τα πράγματα στα άκρα
β) «τά τέντωσε»
μτφ. πέθανε
γ) «τεντώνω τ' αφτιά μου» — ακούω με τεταμένη προσοχή.

Dictionary of Greek. 2013.

Look at other dictionaries:

  • τεντώνω — τεντώνω, τέντωσα βλ. πίν. 3 …   Τα ρήματα της νέας ελληνικής

  • τεντώνω — τέντωσα, τεντώθηκα, τεντωμένος 1. μτβ., τσιτώνω, τεζάρω, καργάρω: Τεντώνω το σκοινί. 2. απλώνω, ξαπλώνω: Τέντωσε τα πόδιατου. 3. ανοίγω διάπλατα: Τι μας τέντωσε το παράθυρο; 4. το μέσ., τεντώνομαι τανύζομαι: Το πρωί τεντώνεται για να ξενυστάξει.… …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • τεντώνω — [тэндоно] р. натягивать, протягивать, вытягивать …   Λεξικό Ελληνικά-ρωσική νέα (Греческо-русский новый словарь)

  • παρατεντώνω — τεντώνω ή απλώνω κάτι υπερβολικά, τό τραβάω ώστε να μεγαλώσει πολύ το μήκος του ή η επιφάνειά του …   Dictionary of Greek

  • εκτείνω — (AM ἐκτείνω) 1. τείνω προς τα έξω, τεντώνω, απλώνω νεοελλ. 1. επεκτείνω, μεγαλώνω 2. βγαίνω από τα όρια ενός θέματος («εξετάθη σε επουσιώδη») 3. (η μτχ. παθ. παρακμ. ως επίθ.) εκτεταμένος αυτός που καταλαμβάνει μεγάλη έκταση («εκτεταμένη… …   Dictionary of Greek

  • κορδώνω — (Μ κορδώνω και κορδώννω) τεντώνω δυνατά, τραβώ κάτι πολύ νεοελλ. 1. (ενεργ. και μέσ.) τεντώνω αγέρωχα το κορμί και υψώνω το κεφάλι, επαίρομαι, καμαρώνω 2. φρ. «τά κόρδωσε» πέθανε 3. παροιμ. «γίδα ψόφια, νουρά κορδωμένη» λέγεται για πτωχαλαζόνες… …   Dictionary of Greek

  • ανατείνω — (Α ἀνατείνω) ανυψώνω, τεντώνω προς τα επάνω νεοελλ. τεζάρω, τεντώνω αρχ. 1. υψώνω απειλητικά 2. επαυξάνω, εντείνω 3. επεκτείνω, απλώνω 4. (αμτβ.) εκτείνομαι, καταλαμβάνω έκταση, φθάνω μέχρι …   Dictionary of Greek

  • εντείνω — (AM ἐντείνω) Ι. 1. τεντώνω, τανύω («εντείνω τη χορδή», «ἱμάντας ἔταμε καὶ ἐνέτεινε τὸν θρόνον») 2. επιτείνω, δυναμώνω («εντείνω τις προσπάθειές μου») 3. διεξάγω με μεγαλύτερη ένταση («εντείνω την πολιορκία», «εντείνεται η κακοκαιρία») αρχ. 1.… …   Dictionary of Greek

  • εξαπλώνω — και ξαπλώνω (AM ἐξαπλῶ, όω) [απλώνω] 1. απλώνω, τεντώνω σ όλη την έκταση, ξετυλίγω «οὐρανὸν ὡς δέρριν ἐξήπλωσε», Λουκάς) 2. (ειδ.) τεντώνω τα χέρια («τὰ χέρια της ἐξήπλωσεν στὸν τράχηλον τοῡ νέου») 3. παθ. κατακλίνομαι, ξαπλώνω, πλαγιάζω («εἰς… …   Dictionary of Greek

  • επιδιατείνω — ἐπιδιατείνω (Α) 1. τεντώνω ακόμη περισσότερο 2. εξαπλώνομαι, διαδίδομαι. [ΕΤΥΜΟΛ. < επί + δια τείνω «τεντώνω υπερβολικά»] …   Dictionary of Greek